24 Απριλίου, 2026

Τι αξία έχει τελικά ένα Ελληνικό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας;

Μαθήματα από την απόφαση 973/2026 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών
του Δρα. Δημήτρη Κουζέλη

Η απόφαση 973/2026 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών επιβεβαιώνει με τον πλέον σαφή τρόπο μια θέση που ο υπογράφων έχει εκφράσει επανειλημμένα:
ενώ ο εφευρέτης ή καταθέτης, λαμβάνοντας ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (ΔΕ) από τον ΟΒΙ, θεωρεί ότι κατέχει έναν ισχυρό και αξιόλογο τίτλο, στην πράξη ο τίτλος αυτός μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά ευάλωτος. Η εσφαλμένη αυτή αίσθηση ασφάλειας ενδέχεται να οδηγήσει σε λανθασμένες επιχειρηματικές και νομικές αποφάσεις, με σοβαρές οικονομικές συνέπειες, ιδίως σε περίπτωση δικαστικής διαμάχης με επίκεντρο το ΔΕ.

Το ιστορικό της υπόθεσης

Η εταιρεία Π κατέθεσε αίτηση στον ΟΒΙ και έλαβε πρώτο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το 2011. Το 2014 έλαβε και δεύτερο δίπλωμα, επίσης από τον ΟΒΙ. Υπενθυμίζεται ότι ο Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας εφαρμόζει το “δηλωτικό σύστημα”, και όχι το “εξεταστικό”. Με άλλα λόγια, εφόσον πληρούνται τα τυπικά κριτήρια και καταβάλλονται τα προβλεπόμενα τέλη, το δίπλωμα απονέμεται χωρίς ουσιαστικό έλεγχο του «νέου» και της «εφευρετικής δραστηριότητας», που σημαίνει ότι οποιοσδήποτε καταθέτει μια αίτηση, έστω για κάτι κοινό, γνωστό ή τετριμμένο, θα λάβει Δίπλωμα από τον ΟΒΙ. Ο ΟΒΙ συντάσσει μεν μια «Έκθεση Έρευνας», η οποία δίνει μια ικανοποιητική εικόνα της στάθμης της τεχνικής και αν ο καταθέτης επιλέξει, συντάσσει επιπλέον μια πιο αναλυτική «αιτιολογημένη γνώμη», ο νόμος όμως δεν προβλέπει την εξέταση σε βάθος.
Είναι προφανές ότι ένα δίπλωμα το οποίο δεν έχει εξεταστεί σε βάθος, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ισχυρός τίτλος.
Με βάση το δεύτερο ελληνικό δίπλωμα, η εταιρεία Π υπέβαλε αίτηση στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (European Patent Office / ΕΡΟ). Εκεί, η αίτηση εξετάστηκε σε βάθος και μετά από σημαντικό περιορισμό του εύρους προστασίας, το EPO χορήγησε τελικά ένα τρίτοδίπλωμα που κάλυπτε μόνο ένα μικρό και επουσιώδες τεχνικό χαρακτηριστικό.
Η εταιρεία Π επικύρωσε το ευρωπαϊκό δίπλωμα σε σειρά κρατών, πλην όμως δεν το επικύρωσε στην Ελλάδα, πιθανώς κατόπιν νομικής συμβουλής. Φαίνεται ότι εκτιμήθηκε πως το δεύτερο ελληνικό δίπλωμα, όντας ευρύτεροτου ευρωπαϊκού, παρείχε επαρκή προστασία έναντι περισσότερων εκδοχών ή απομιμήσεων.

Η δικαστική διαμάχη

Η εταιρεία Β προχώρησε στην κατασκευή και εμπορία ενός άλλου προϊόντος, με διαφορετικές τεχνικές λύσεις, σε σχέση με εκείνο της εταιρείας Π. Η τελευταία άσκησε αγωγή, επικαλούμενη παραβίαση των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τα τρία διπλώματα ευρεσιτεχνίας, αξιώνοντας αποζημιώσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ.
Λόγω της αυξημένης τεχνικής δυσκολίας, το Πρωτοδικείο Αθηνών διόρισε αρχικά δύο πραγματογνώμονες από τον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση 151/2023, το Δικαστήριο έκανε δεκτό ότι σε υποθέσεις διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας είναι αναγκαίος ο διορισμός εξειδικευμένων πραγματογνωμόνων, και όχι γενικών τεχνικών. Ως τέτοιοι αναγνωρίσθηκαν οι Ευρωπαίοι Σύμβουλοι Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (European Patent Attorneys). Το Δικαστήριο διόρισε δύο μηχανολόγους μηχανικούς από τον σχετικό κατάλογο του EPO. Η πραγματογνωμοσύνη τους είχε καθοριστική σημασία.

Η κρίση των δικαστηρίων

Με την απόφαση 2771/2024, το Πρωτοδικείο δέχθηκε μερικώς την αγωγή, επιδικάζοντας μικρές αποζημιώσεις υπέρ της εταιρείας Π, αλλά απαγόρευσε στην εταιρεία Β την παραγωγή και διάθεση του προϊόντος. Αμφότερα τα μέρη άσκησαν έφεση.

Με την απόφαση 973/2026, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι:

Τα δύο ελληνικά διπλώματα της εταιρείας Π είναι άκυρα, και
Το ευρωπαϊκό δίπλωμα δεν είχε επικυρωθεί στην Ελλάδα,

με αποτέλεσμα να απορρίψει την έφεση της εταιρείας Π και να κάνει δεκτή στο σύνολό της την έφεση της εταιρείας Β.

Κόστος και αξία των διπλωμάτων

Το συνολικό κόστος κατοχύρωσης και –κυρίως– υπεράσπισης των διπλωμάτων της εταιρείας Π ανήλθε σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες ευρώ.
Η τελική τους αξία, ωστόσο, αποδείχθηκε αρνητική. Η εταιρεία Π, θεωρώντας ότι κατείχε ισχυρούς τίτλους, παρασύρθηκε σε έναν μακροχρόνιο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα, επένδυσε χρόνο και κεφάλαιο, και κατέληξε:

• να καταβάλει άνω των 40.000 ευρώ σε δικαστικά έξοδα,
• και, κυρίως, να δει τα διπλώματά της να ακυρώνονται, οδηγώντας σε πλήρη ελευθερία εκμετάλλευσης της τεχνολογίας από την εταιρεία Β.

Το πρόβλημα του «γραφείου πρώτης κατάθεσης»

Ιδιαίτερης σημασίας είναι ένα συχνά παραγνωρισμένο στοιχείο:
Σύμφωνα με τον νόμο 4325/1963, κάθε Έλληνας υπήκοος υποχρεούται να πραγματοποιεί την πρώτη κατάθεση διπλώματος ευρεσιτεχνίας στον ΟΒΙ. Ακόμη και εάν εργάζεται στο εξωτερικό, η παράκαμψη της υποχρέωσης αυτής συνιστά ποινικό αδίκημα.
Η υποχρέωση αυτή θα μπορούσε να γίνει ανεκτή εάν ο ΟΒΙ διέθετε τους πόρους και τη δομή για ουσιαστική εξέταση. Όμως, βάσει του ν. 1733/1987, ο ΟΒΙ δεν εξετάζει την ουσία της αίτησης. Ο συνδυασμός των δύο αυτών ρυθμίσεων δημιουργεί ένα επικίνδυνο πλαίσιο: ο καταθέτης αποκτά έναν τίτλο, έχει την εντύπωση ότι ο τίτλος είναι ισχυρός, επενδύει χρόνο και κεφάλαιο, ξεκινά τη επιχειρηματική του δραστηριότητα και αν θεωρήσει ότι τα δικαιώματά του παραβιάζονται, μπαίνει σε μια δικαστική διαμάχη η οποία μπορεί να τον οδηγήσει σε οδυνηρές απώλειες.

Βέλτιστη στρατηγική

Η στρατηγική που προτείνουμε είναι η πρώτη κατάθεση να γίνεται για Ευρωπαϊκό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, είτε αποκλειστικά είτε, για λόγους ασφάλειας, και όσο ο Νόμος του 1963 είναι εν ισχύ, παράλληλα με τον ΟΒΙ.
Η Έκθεση Έρευνας και η Γραπτή Γνωμοδότηση του EPO, προϊόντα ενός άρτια εκπαιδευμένου και εξαιρετικά έμπειρου εξεταστικού σώματος 4.500 εξεταστών, αποτελούν αξιόπιστη πυξίδα για να αποφασιστεί το επόμενο βήμα. Αν τα συμπεράσματα είναι αρνητικά, η εγκατάλειψη ή η ενεργός απόσυρση της αίτησης είναι συχνά η ορθολογικότερη επιλογή, ώστε αφενός να σταματήσουν τα έξοδα και κυρίως, για να μην συρθεί ο καταθέτης σε νομικές αμφισβητήσεις και αρνητικές δικαστικές αποφάσεις όπως αυτή που προαναφέραμε.
Παράλληλα, θα εξετάσουμε την ερώτηση της ελευθερίας εκμετάλλευσης της καινοτομίας. Για παράδειγμα, αν υπάρχει προγενέστερος τίτλος που να ανήκει σε τρίτους, αλλά η περίοδος των 20 ετών έχει παρέλθει, τότε υπάρχει η λεγόμενη Ελευθερία Εκμετάλλευσης (Freedom to Operate) για την καινοτομία που απέτυχε να αποκτήσει πατέντα.

Μήπως φταίει η νομοθεσία;

Η Επιτροπή Διανοητικής Ιδιοκτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου (ICC-Hellas), πρώτη έθεσε υπόψιν της πολιτείας το θέμα αυτό και πρότεινε αλλαγή του νόμου με τον Οδικό Χάρτη για τη Διανοητική Ιδιοκτησία που δημοσιεύθηκε το 2019. Το Τομεακό Επιστημονικό Συμβούλιο «Μεταφορά Τεχνολογίας και Διανοητική Ιδιοκτησία», ένα συμβουλευτικό όργανο της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας, δηλαδή της Ελληνικής πολιτείας, επανέλαβε τον Φεβρουάριο του 2025 στο ΕΣΕΤΕΚ και στην Υφυπουργό Ανάπτυξης την κατάργηση της υποχρέωσης αυτής, ή τουλάχιστον τη συμμόρφωση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις βέλτιστες πρακτικές.
Διαδοχικές κυβερνήσεις, ορθά επαγγέλλονται ότι η καινοτομία είναι ένα ανεκμετάλλευτο πεδίο το οποίο μπορεί να οδηγήσει τη χώρα μας σε ένα ενάρετο κύκλο αειφόρου οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. 
Η καινοτομία όμως, δεν πρόκειται να εκπληρώσει αυτόν τον φιλόδοξο στόχο, αν η νομοθεσία παραμένει εγκλωβισμένη στο έτος 1963.

Δρ. Δημήτρης Κουζέλης

Ο Δημήτρης Κουζέλης είναι Φυσικός με διδακτορικό στη Μηχανολογία.
Είναι European and Greek Patent Attorney, πρώην Διευθυντής στο European PatentOffice, συνιδρυτής της Intellex, σύμβουλος και εκπρόσωπος του ΣΕΒ στην BusinessEurope, μέλος του ΤΕΣ «Μεταφορά Τεχνολογίας και Διανοητική Ιδιοκτησία», Πρόεδρος της Επιτροπής Διανοητικής Ιδιοκτησίας του ICC-Hellas.