25 Μαΐου, 2026

Μόνο δύο εκπρόσωποι; Δε βαριέσαι;

Tου Δρα. Δημήτρη Κουζέλη

Στη φωτογραφία βλέπετε τους δύο εκπροσώπους της Ελλάδας στο Συμβούλιο του European Patent Institute (EPI) – του Συμβουλίου των Ευρωπαίων Συμβούλων Ευρεσιτεχνίας.

Μέχρι το τέλος του 2025, είχαμε τέσσερις (4). Σήμερα έχουμε μόνο δύο (2), όσους έχουν πολύ μικρές πληθυσμιακά, ή περιθωριακές χώρες στον χώρο της ευρεσιτεχνίας, όπως η Αλβανία, η Βόρεια Μακεδονία, η Μάλτα και το Σαν Μαρίνο. Τέσσερεις έχουν χώρες όπως η Τουρκία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σερβία και η Πορτογαλία.

Κάποιος μπορεί να σκεφτεί «και δύο εκπρόσωποι δεν είναι αρκετοί;». Αυτό δεν είναι το σωστό ερώτημα. Το σωστό ερώτημα είναι: «γιατί συνεχώς υποχωρούμε;»

Πώς φτάσαμε εδώ;

Πώς μια χώρα με επιστημονικό δυναμικό, πανεπιστήμια, τεχνολογικό ταλέντο και κυρίως συνεχείς διακηρύξεις όλων των κυβερνήσεων ότι θα επενδύσουν στην καινοτομία, υποχώρησε από τον πυρήνα της Ευρώπης σε έναν μικρό παίκτη στα σε μια γωνιά των Βαλκανίων;

Η απάντηση είναι θεσμική και μετρήσιμη: Ο αριθμός των εκπροσώπων κάθε χώρας στο Συμβούλιο του EPI εξαρτάται άμεσα από τον αριθμό των ενεργών Ευρωπαίων Συμβούλων Ευρεσιτεχνίας που διαθέτει. Η Ελλάδα έπεσε πρόσφατα κάτω από το κρίσιμο όριο των 25 συμβούλων, με αποτέλεσμα την απώλεια εκπροσώπων.

Γιατί μειώθηκαν οι Έλληνες Σύμβουλοι Ευρεσιτεχνίας;

Η Ελλάδα έγινε μέλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (EPO) το 1986. Αντί όμως να ανοίξει το επάγγελμα στη νέα γενιά επιστημόνων και μηχανικών, αυτό παρέμεινε κλειστό σε έναν περιορισμένο αριθμό γραφείων που ήδη διέθεταν δικαίωμα κατάθεσης εθνικής ευρεσιτεχνίας, χωρίς οργανωμένη, θεσμική διαδρομή προς το ευρωπαϊκό επάγγελμα.

Αντί να δημιουργήσει έγκαιρα μια Ακαδημία Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, η οποία θα εκπαίδευε νέους επιστήμονες σε πατέντες και συναφείς τίτλους, η Πολιτεία καθυστέρησε τριάντα οκτώ (38) χρόνια, δημιούργησε την Ακαδημία μόλις το 2024 μετά από διεθνείς πιέσεις και αυτή λειτούργησε μόνο για έναν χρόνο.

Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο: στασιμότητα, γήρανση του επαγγέλματος, μείωση του αριθμού των συμβούλων, και τελικά απώλεια θεσμικής ισχύος σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Υπάρχουν και άλλα σημάδια υποχώρησης;

Δυστυχώς, ναι.

Η Ελλάδα υποτιμά διαχρονικά τη σημασία της κατοχύρωσης της καινοτομίας μέσω διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και αυτό αποτυπώνεται σε πολλές στατιστικές που μπορούμε να βρούμε σε διεθνείς βάσεις δεδομένων (ο ΟΒΙ αποφεύγει να δημοσιεύσει οποιαδήποτε στατιστική, για ευνόητους λόγους).

Πρώτο, αντικειμενικό στοιχείο είναι οι Ελληνικές αιτήσεις στο Ευρωπαϊκό Γραφείο Ευρεσιτεχνίας, οι οποίες πέφτουν σταθερά από τις 203 αιτήσεις του 2021 στις 107 το 2024, δηλαδή στο ίδιο επίπεδο που ευρίσκοντο το 2017, εν μέσω κρίσης.

Δεύτερο, ο Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ) ιδρύθηκε το 1987 και με τους 14 εξεταστές που διέθετε, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό, σύγχρονο οργανισμό τεχνολογικής αξιολόγησης. Σήμερα όμως έχουν απομείνει μόλις τέσσερις (4) εξεταστές, οι οποίοι είναι αντικειμενικά αδύνατο να καλύψουν όλους τους τεχνολογικούς τομείς και να παρακολουθήσουν το εύρος και την ταχύτητα των σύγχρονων τεχνολογικών εξελίξεων.

Τρίτο, η Ελλάδα συνεχίζει να αρνείται να προσχωρήσει σε δυο σημαντικές συμφωνίες της ΕΕ, στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Ευρεσιτεχνία (Unitary Patent, UP) και στο Ενοποιημένο Δικαστήριο Ευρεσιτεχνίας (Unified Patent Court, UPC), που μπήκαν σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2023. H Ενιαία Ευρεσιτεχνία είναι ένα εργαλείο με το οποίο μια Ευρωπαϊκή ευρεσιτεχνία έχει άμεση ισχύ σε 18 κράτη μέλη της ΕΕ, δηλαδή σε χώρες όπως οι Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, αλλά και Βουλγαρία και Ρουμανία και οδηγεί αφενός σε χαμηλότερα κόστη αλλά και σε μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Το Ενοποιημένο Δικαστήριο είναι ένα διεθνές δικαστήριο το οποίο εκδικάζει παραβιάσεις ή/και την ισχύ Ευρωπαϊκών ή Ενιαίων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Στην ιστοσελίδα του ΟΒΙ, όπως και σε αυτή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, δεν υπάρχει η παραμικρή πληροφορία, είτε από αμέλεια, είτε από πίεση συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων.

Η καινοτομία, μέσα από τις πατέντες και τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας φέρνει σημαντικές υπεραξίες, δημιουργεί θέσεις εργασίας και πλούτο, καθορίζει το που θα επενδύσει μια πολυεθνική εταιρεία επομένως, αυξάνει τη γεωπολιτική ισχύ μιας χώρας.

Η υποχώρηση που καταγράφεται δεν είναι τεχνικό θέμα. Είναι πολιτική επιλογή,  ή πολιτική αδράνεια.

Και όσο συνεχίζεται, η Ελλάδα θα χάνει θέσεις στον πιο υποσχόμενο τομέα της οικονομίας μας.